Θυμός και μίσος: Γιατί δεν είναι απλώς διαφορετικές εντάσεις του ίδιου συναισθήματος
Η επιστήμη δείχνει ότι θυμός και μίσος λειτουργούν διαφορετικά: O πρώτος φέρνει διάλογο, το δεύτερο διακοπή σχέσεων.
Σε νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό Evolution and Human Behavior αναφέρεται ότι το μίσος και ο θυμός δεν αποτελούν απλώς διαφορετική ένταση του ίδιου αισθήματος, αλλά ξεχωριστά συναισθήματα με διαφορετικό ρόλο στην ανθρώπινη εξέλιξη. Ο θυμός φαίνεται να λειτουργεί ως μέσο διαπραγμάτευσης και επανακαθορισμού σχέσεων, ενώ το μίσος στοχεύει στην εξουδετέρωση ή απομάκρυνση της απειλής. Η μελέτη παρέχει νέα στοιχεία για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στις συγκρούσεις.
Διαφορετικοί στόχοι, διαφορετικές στρατηγικές
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, oι επιστήμονες έχουν εδώ και καιρό αμφισβητήσει τη σχέση θυμού και μίσους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το μίσος είναι απλώς πιο έντονος ή διαρκής θυμός, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι πρόκειται για διαφορετικά συναισθήματα με ξεχωριστές λειτουργίες. Οι ερευνητές της νέας μελέτης υιοθέτησαν μια διαφορετική προσέγγιση, βλέποντας τα συναισθήματα ως μηχανισμούς που αναπτύχθηκαν για να λύσουν συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πρόγονοί μας.
Η μελέτη δείχνει ότι ο θυμός εξελίχθηκε κυρίως ως εργαλείο διαπραγμάτευσης. Όταν κάποιος συνεργάτης υποτιμά την αξία μας ή επιβάλλει κόστος, ο θυμός μας σπρώχνει να αντιδράσουμε, να διεκδικήσουμε καλύτερη μεταχείριση και να επαναφέρουμε τη σχέση σε ισορροπία. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω απειλών ή άρνησης συνεργασίας, με στόχο η άλλη πλευρά να αλλάξει στάση προς όφελός μας.
Το μίσος, από την άλλη, στοχεύει σε ένα διαφορετικό πρόβλημα: σε ανθρώπους που είναι «τοξικοί» για τη ζωή μας, δηλαδή η ύπαρξή τους προκαλεί καθαρή βλάβη. Σε αυτή την περίπτωση, οι διαπραγματεύσεις είναι άχρηστες. Ο στόχος δεν είναι να βελτιωθεί η σχέση, αλλά να μειωθεί η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει ο άλλος. Αυτό επιτυγχάνεται με απομάκρυνση, υπονόμευση ή ακόμα και πλήρη εξουδετέρωση της απειλής.
Για να ελέγξουν την υπόθεση ότι θυμός και μίσος ενεργοποιούν διαφορετικές στρατηγικές, οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες στην έρευνα να θυμηθούν είτε κάποιον για τον οποίο ήταν πολύ θυμωμένοι αλλά δεν τον μισούσαν, είτε κάποιον που μισούσαν υπερβολικά. Οι συμμετέχοντες κατέγραψαν πώς ένιωθαν και στη συνέχεια βαθμολόγησαν διάφορες στρατηγικές συμπεριφοράς, όπως η προσπάθεια επίλυσης ή η απομάκρυνση.
Πώς η ένταση αλλάζει τη συμπεριφορά
Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα. Οι «θυμωμένοι» προτιμούσαν να συζητήσουν, να εξηγήσουν τη θέση τους και να λάβουν συγνώμη, με στόχο την επαναφορά της σχέσης. Οι μισούντες συμμετέχοντες, αντίθετα, έδειξαν προτίμηση σε στρατηγικές απομάκρυνσης και εξουδετέρωσης, π.χ. στην κοινωνική απομόνωση ή σε φαντασιώσεις εκδίκησης. Η έρευνα δείχνει ότι το μίσος ενεργοποιεί ένα σύστημα που στοχεύει στην οριστική απομάκρυνση της απειλής και όχι στη συμφιλίωση.
Η ένταση των συναισθημάτων επηρεάζει επίσης τη συμπεριφορά. Ο πιο έντονος θυμός συνδέεται με μεγαλύτερη προθυμία διαπραγμάτευσης, ενώ όταν ο θυμός αποτυγχάνει επανειλημμένα, μπορεί να εξελιχθεί σε μίσος. Το μίσος αντίθετα μειώνει την επιθυμία επικοινωνίας και επισκευής της σχέσης, επιβεβαιώνοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για θυμό σε υψηλή ένταση, αλλά για διαφορετική ψυχολογική λειτουργία.
Συμπεράσματα και πρακτικές εφαρμογές
Η μελέτη έχει περιορισμούς, καθώς βασίζεται σε αυτοαναφορές και δείγματα από δυτικές χώρες, αλλά ανοίγει τον δρόμο για περαιτέρω έρευνα σε διαφορετικούς πολιτισμούς και για την κατανόηση της μετάβασης από θυμό σε μίσος. Το ευρύτερο μήνυμα είναι ότι η αναγνώριση της διαφοράς ανάμεσα σε θυμό και μίσος μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση συγκρούσεων, σε προσωπικές σχέσεις αλλά και σε επαγγελματικά ή κοινωνικά πλαίσια.